Σάββατο, 7 Απριλίου 2012

Οι ανασκαφές στην περιοχή Σερβίων


Την Κυριακή 12 Φεβρουαρίου ο Μορφωτικός Όμιλος Σερβίων πραγματοποίησε εκδήλωση με θέμα τις ανασκαφές στη Λάβα και στην ευρύτερη περιοχή Σερβίων. Το θέμα παρουσίασε και ανέπτυξε η Αρχαιολόγος κ. Αρετή Χονδρογιάννη. Ήταν μία δύσκολη μέρα με πολύ χιόνι και κρύο αλλά ωστόσο αρκετοί τίμησαν και παρακολούθησαν την εκδήλωση.
Προλογίζοντας η Πρόεδρος του Μ.Ο.Σ., παρουσιάζοντας την Ομιλήτρια είπε:
Πριν δύο χρόνια στην ίδια εδώ αίθουσα είχαμε διοργανώσει μία εκδήλωση με θέμα τις ανασκαφές στην Παραλίμνια περιοχή. Τονίστηκε τότε η σημασία της περιοχής για την τοπική και ευρύτερη προϊστορική κυρίως ζωή. Και είχαμε επισημάνει τη μεγάλη σημασία του ανασκαφικού έργου.
Όμως δεν είναι μόνο η παραλίμνια ζώνη, είναι όλη η περιοχή μας, όπως η έρευνα αποδεικνύει, που παρουσιάζει ιδιαίτερο αρχαιολογικό ενδιαφέρον και θα πρέπει να επιδειχθεί το ενδιαφέρον αυτό και να φέρει τους καρπούς του.
Τον περασμένο χρόνο έγινε αρχαιολογική έρευνα στη θέση Κασιάνι στη Λάβα και τα ευρήματα ήταν σημαντικά. Αυτά και άλλα θα μας παρουσιάσει σήμερα η ειδική αρχαιολόγος κυρία Αρετή Χονδρογιάννη.
   Η κυρία Αρετή Χονδρογιάννη-Μετόκη γεννήθηκε στην Αιανή Κοζάνης.  Σπούδασε Αρχαιολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, όπου εκπόνησε και την Διδακτορική της Διατριβή, με θέμα : «Μη οικιστικές χρήσεις χώρου στους Νεολιθικούς οικισμούς. Το παράδειγμα της Τούμπας Κρεμαστής Κοιλάδας».
Ως φοιτήτρια και αργότερα ως υπάλληλος, συμμετείχε στις αρχαιολογικές ανασκαφές της Αιανής, της Κίτρινης Λίμνης  και άλλων θέσεων του Ν. Κοζάνης.
Από το 1988 και εξής εργάζεται στην Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, αρχικά τη ΙΖ΄ ΕΠΚΑ, με έδρα την Έδεσσα και στη συνέχεια την Λ΄ ΕΠΚΑ, με έδρα την Αιανή, με βασική αρμοδιότητα στην περιοχή της τεχνητής λίμνης Πολυφύτου, όπου από το 1994 έχει τη διεύθυνση των ερευνών. Στην περιοχή πραγματοποιήθηκε επιφανειακή έρευνα και ανασκαφή σε πολλές από τις εντοπισμένες θέσεις. Κατά τα έτη 1998-1999 ανέλαβε τη σωστική ανασκαφή του νεολιθικού οικισμού στη θέση Τούμπα Κρεμαστής Κοιλάδας, στον άξονα της Εγνατίας Οδού, τα ευρήματα της οποίας αποτέλεσαν και το θέμα της διδακτορικής της διατριβής.  
Τα αποτελέσματα των παραπάνω αρχαιολογικών εργασιών παρουσιάστηκαν σε διάφορα επιστημονικά Συνέδρια, τοπικού ή διεθνούς ενδιαφέροντος, σε τοπικές ημερίδες καθώς και στους Αρχαιολογικούς Οδηγούς της περιοχής της Δ. Μακεδονίας, οι οποίοι έχουν εκδοθεί κατά καιρούς από διάφορους φορείς.
Η συνέχιση της έρευνας στην περιοχή της τεχνητής λίμνης Πολυφύτου, η πλήρης δημοσίευση των μέχρι τώρα ευρημάτων και η εκπόνηση Αρχαιολογικού Οδηγού με τα ευρήματα της περιοχής, αποτελούν τους άμεσους επιστημονικούς της στόχους. 
To 2009 συμμετείχε στην προϊστορική ανασκαφή του Κλείτου και το 2010 εργάστηκε στην ανασκαφή της Λάβας, στην οποία και κυρίως είναι αφιερωμένη η σημερινή μας εκδήλωση.
Ελπίζουμε η σημερινή εκδήλωση να βοηθήσει στην έρευνα της περιοχής μας. Πριν δύο χρόνια με την ίδια Αρχαιολόγο επισκεφθήκαμε την περιοχή στην Αγ. Άννα. Μας προκάλεσε η τούμπα και την καλέσαμε να τη δούμε. Τα ευρήματα που πήρε και μελέτησε στο εργαστήρι  απέδειξαν ότι υπήρχε εκεί προϊστορικός οικισμός. Θαμμένος, άγνωστος.  Ας ελπίσουμε ότι θα έρθει και εκεί η σκαπάνη του Αρχαιολόγου. Ποιος ξέρει, ίσως να υπάρχει κάποιος θησαυρός…
Σημειώνουμε ότι με το τέλος της εισήγησης θα ακολουθήσει Συζήτηση.»
Η κ. Χονδρογιάννη παρουσιάσει με πολλές λεπτομέρειες και πολλές εικόνες το θέμα της που το παρακολουθήσαμε με πολύ ενδιαφέρον.
Στο τέλος τέθηκαν κάποια ερωτήματα από τους Ακροατές που επιβεβαίωσαν το έντονο ενδιαφέρον που υπάρχει σ’ όλους τους κατοίκους της περιοχής μας γι’ αυτό το θέμα.
Η ομιλία έχει ως εξής:
  
Η ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΡΕΥΝΑ ΣΤΗ ΛΑΒΑ
ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΥΡΥΤΕΡΗ ΠΕΡΙΟΧΗ ΣΕΡΒΙΩΝ

Αρετή Χονδρογιάννη – Μετόκη
Δρ. Αρχαιολόγος
Υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού
Λ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων

Κεντρικό θέμα της σημερινής μας ομιλίας αποτελεί η παρουσίαση της ανασκαφής της Λάβας, που έγινε το 2010. Στη συνέχεια, θα προβληθεί μια σειρά αρχαιολογικών ευρημάτων και πληροφοριών που προέκυψαν από την μέχρι τώρα ανασκαφική και επιφανειακή έρευνα στην ευρύτερη περιοχή Σερβίων και θα επιχειρηθεί μια πρώτη σύνθεση του συνόλου των  δεδομένων, με έμφαση κυρίως στα τοπογραφικά στοιχεία.
[Σημειώνεται ότι οι ανασκαφές που παρουσιάζονται, ανακοινώθηκαν και θα δημοσιευτούν στα Πρακτικά του 24ου τόμου της ετήσιας Αρχαιολογικής Συνάντησης με θέμα «Το Αρχαιολογικό Έργο στη Μακεδονία και Θράκη», που διοργανώνεται στη Θεσσαλονίκη από το Υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού σε συνεργασία με το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, ενώ μια συνολική εικόνα της αρχαιολογικής έρευνας στην περιοχή της κοιλάδας του μέσου ρου του Αλιάκμονα δίνεται στον τόμο της εικοσαετίας.]
Η ανασκαφή στη θέση Κασιάνη της Λάβας
Η ανασκαφή της Λάβας, παρά το γεγονός ότι διερεύνησε κυρίως κατεστραμμένες αρχαιολογικές επιχώσεις, λόγω της παλιότερης ισοπέδωσης του λόφου από τους ιδιοκτήτες των αγροτεμαχίων, αποτελεί μια από τις σημαντικότερες αρχαιολογικές εργασίες στην περιοχή,
 δεδομένης της γεωγραφικής της θέσης πάνω στο φυσικό πέρασμα που συνδέει διαχρονικά τη Θεσσαλία με τη Δυτική Μακεδονία. Ένα πέρασμα ιδιαίτερης στρατηγικής σημασίας που κατά τους ιστορικούς χρόνους διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη και τελική έκβαση σημαντικών ιστορικών γεγονότων, τοπικού ή πανελλαδικού χαρακτήρα. Η μεγάλη σημασία του και κατά την Προϊστορική Εποχή, για τη μετακίνηση φυλετικών ομάδων και τη διάδοση πολιτισμικών στοιχείων, θεωρείται αυτονόητη από τους μελετητές, με βάση και τις πολιτισμικές ομοιότητες που παρατηρούνται μεταξύ των δύο αυτών όμορων περιοχών, ωστόσο παραμένει εν πολλοίς σε θεωρητικό επίπεδο, λόγω της έλλειψης αρχαιολογικών δεδομένων από τη συγκεκριμένη περιοχή. Το επιστημονικό αυτό κενό, παράλληλα με το σωστικό έργο της Εφορείας μας, επιχειρήσαμε να καλύψουμε με την ανασκαφική και επιφανειακή έρευνα των δύο τελευταίων ετών στη Λάβα και τη γύρω περιοχή, με αποτελέσματα αρκετά διαφωτιστικά, παρά το γεγονός ότι η έρευνα δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί.
Ο οικισμός στη θέση Κασιάνη εντοπίστηκε το 1998, κατά τη διάρκεια αυτοψίας που έγινε στην περιοχή, για την επέκταση του λιγνιτωρυχείου της Εταιρείας ΛΑΡΚΟ. Πρόκειται για χαμηλό λόφο, σε υψόμετρο 950μ., ο οποίος διαμορφώνεται σε πλατώματα. Σύμφωνα με τα ευρήματα, κατοικήθηκε κατά την Αρχαιότερη Νεολιθική (6500-6000π.Χ.), την Πρώιμη Εποχή Χαλκού (3000-2000π.Χ.) και τους Ελληνιστικούς χρόνους (300-100π.Χ.). 
Το επιφανειακό υλικό του καλύπτει 5 στρέμματα περίπου, περιοχή που εξαιρέθηκε καταρχάς από τις εκσκαφές του ορυχείου, καθόσον μάλιστα βρισκόταν στα όριά του, με τη σύμφωνη γνώμη και της Εταιρείας. Ωστόσο, το καλοκαίρι του 2010, μετά από ενημέρωση των υπευθύνων της ΛΑΡΚΟ πως η θέση κινδύνευε με άμεση κατάρρευση, ενόψει και των βροχών του επερχόμενου χειμώνα, κρίθηκε σκόπιμο να ανασκαφεί.
Η ανασκαφή πραγματοποιήθηκε στο διάστημα Σεπτεμβρίου – Δεκεμβρίου του 2010 με χρηματοδότηση της ΛΑΡΚΟ. Aνασκάφηκε έκταση ενός στρέμματος περίπου, ενώ μια μεγάλη περιοχή γύρω από τον οικισμό διερευνήθηκε, χωρίς αποτελέσματα, με επιφανειακή έρευνα αλλά και με τομές που έγιναν με εκσκαφικό μηχάνημα και αποσκοπούσαν στον εντοπισμό μη ορατών επιφανειακά αρχαιοτήτων, όπως τα νεκροταφεία.
Στο κορυφαίο πλάτωμα του λόφου, στην περιοχή διασποράς του επιφανειακού υλικού, ορίστηκαν περίπου 212 τομές, πλευράς 5μ. Από αυτές επιλέχθηκαν καταρχήν για ανασκαφή οι 22, οι οποίες και κατανεμήθηκαν με τρόπο ώστε να καλύπτεται όλη η έκταση, με στόχο την όσο το δυνατόν συντομότερη απόκτηση συνολικών ανασκαφικών δεδομένων. Σε επόμενη φάση ανοίχτηκαν άλλες 11 τομές, σε περιοχές που παρατηρήθηκε συγκέντρωση υλικού.
Από την περιοχή αυτή προέκυψαν τα παρακάτω: 
Στην κορυφή διαπιστώθηκε παντελής απουσία αρχαιολογικού στρώματος, με τα μοναδικά ευρήματα να προκύπτουν από ένα επίμηκες ταφροειδές όρυγμα, πιθανόν φυσικό, και ένα λάκκο ανοιγμένο στο εσωτερικό του. Από τη συγκεκριμένη τομή συλλέχθηκε αρκετή ποσότητα τροχήλατης κεραμικής, λίγα όστρακα χειροποίητων αγγείων, ελάχιστα οστά ζώων και κάποια μικροευρήματα. Τα ευρήματα χρονολογούν τη συγκέντρωση στην Ελληνιστική Εποχή και την Εποχή του Χαλκού.
Αρχαιολογική επίχωση των ίδιων εποχών εντοπίστηκε και σε τρεις από τις τομές της δυτικής πλαγιάς.  Στη μία περίπτωση, σε δύο ρηχούς λάκκους που σχηματίζονται ανάμεσα σε μεγάλους λίθους του φυσικού, βρέθηκε μια συγκέντρωση κεραμίδων στέγης και κεραμικής, ενώ παρόμοιο ήταν και το περιεχόμενο ενός λάκκου που εμφανίστηκε στη γωνία της δυτικότερης από τις τομές. Ανάμεσα στα ευρήματα, μια σιδερένια αιχμή δόρατος και ένα όστρακο με μολύβδινο σύνδεσμο, ένδειξη συντήρησης των αγγείων κατά την Ελληνιστική Εποχή. Στη νοτιότερη ερευνημένη τομή και σε ένα πλατύ ταφροειδές φυσικό κοίλωμα του εδάφους, αναγνωρίστηκαν επιπλέον και αρκετά όστρακα της Νεολιθικής Εποχής. Ωστόσο, η  επίχωση εδώ ήταν έντονα διαταραγμένη από νεότερες επεμβάσεις στο χώρο, οι οποίες και είχαν καταστρέψει τα αρχαιολογικά στρώματα. Ανάμεσα στα ευρήματα, κάποια σιδερένια αντικείμενα και ένα πήλινο ζωόμορφο ειδώλιο. 
  Στην ανατολική πλαγιά του λόφου εντοπίστηκε αρχαιολογική επίχωση σε όλες σχεδόν τις τομές, ωστόσο στις περισσότερες από αυτές επρόκειτο για διαταραγμένα στρώματα. Η επίχωση εμφάνιζε μορφή δύο στενών ζωνών που περιέτρεχαν το λόφο, εικόνα που σε συνδυασμό με την πληροφορία κατοίκων για ισοπέδωση του χώρου κατά τη δεκαετία του ’60, καθιστά  βέβαιη την υπόθεση πως σε όλες σχεδόν τις περιπτώσεις πρόκειται για τα μπάζα της συγκεκριμένης ενέργειας. Από τις τομές αυτές προέρχεται κεραμική όλων των προαναφερθέντων χρονικών περιόδων και λίγα σιδερένια αντικείμενα.
Με το βόρειο άκρο της εξωτερικής ζώνης συνδέεται και μια εκτεταμένη συγκέντρωση κομματιών ψημένου πηλού, η οποία εντοπίστηκε με την έναρξη σχεδόν της ανασκαφής βορειοανατολικά της περιοχής διασποράς του επιφανειακού υλικού, και ερμηνεύτηκε αρχικά ως αδιατάρακτο πασσαλόπηκτο κτίσμα. Τα ευρήματα ήταν ελάχιστα τροχήλατα όστρακα, δύο σιδερένια αντικείμενα και πολλά κομμάτια κεραμίδων στέγης. Η σύνδεση των καταλοίπων με κάποιο διαλυμένο κτίσμα των ελληνιστικών χρόνων, θα πρέπει να θεωρηθεί βέβαιη.
Σε μία από τις τομές του ανατολικού πλατώματος εντοπίστηκε αδιατάρακτη αρχαιολογική επίχωση, η μοναδική της ανασκαφής, και ως εκ τούτου, το σημαντικότερο ανασκαφικό εύρημα. Πρόκειται για ένα στρώμα πάχους 25εκ. και σωζόμενης έκτασης 15τ.μ. περίπου, το οποίο εντοπίζεται αμέσως πάνω από το φυσικό και χρονολογικά ανάγεται στην Αρχαιότερη Νεολιθική. Η υπόθεση να συνδέεται με κάποιο κτίσμα της περιόδου δεν επιβεβαιώθηκε, ενώ η έρευνα στις όμορες τομές δεν απέδωσε ανάλογα ευρήματα. Τα ευρήματα του στρώματος αποτελούν μεγάλη ποσότητα κεραμικής και κάποια μικροευρήματα, όπως τρία εργαλεία πυριτόλιθου και ένα πήλινο πηνίο, αντικείμενο που μπορεί να συνδεθεί με την υφαντική τέχνη.
Έξω και νότια της περιοχής διασποράς του επιφανειακού υλικού αποκαλύφθηκε και ανασκάφηκε μικρός λάκκος γεμάτος με κομμάτια ψημένου πηλού, από κάποια καμένη πηλοκατασκευή. Σύμφωνα με τα ευρήματα, ανάγεται στην Ελληνιστική Εποχή. Η αποκάλυψή του οδήγησε στον ορισμό και την ανασκαφή άλλων 14 τομών στο νότιο πλάτωμα, περιοχή χωρίς επιφανειακό υλικό. Το μοναδικό εύρημα ήταν ένα πιθάρι που βρέθηκε στη θέση του, σε λάκκο ανοιγμένο στο φυσικό, σε όμορη με το λάκκο τομή, βεβαιώνοντας την ύπαρξη στο χώρο αυτό μιας περιοχής δραστηριότητας των ελληνιστικών χρόνων. Η ύπαρξη κι άλλων παρόμοιων κατασκευών αλλά και κτισμάτων στον άμεσο περίγυρό τους είναι πιθανή, η κατάσταση διατήρησης όμως του πιθαριού αλλά και το σύνολο των δεδομένων της περιοχής υποδηλώνουν έντονη διάβρωση του χώρου και ολοκληρωτική διάλυση των υπέργειων τουλάχιστο κατασκευών.  
Η κεραμική της θέσης, στην οποία βασίζεται και η χρονολόγηση των περιόδων χρήσης της, που αναμένεται να προσδιοριστούν ακριβέστερα από τις ραδιοχρονολογήσεις δειγμάτων άνθρακα που στάλθηκαν στο Εργαστήριο Αρχαιομετρίας ΕΚΕΦΕ «Δημόκριτος», εμφανίζει τα παρακάτω χαρακτηριστικά:
Η τροχήλατη ανήκει σε αγγεία χαρακτηριστικά των ελληνιστικών χρόνων, όπως σκυφίδια, πινάκια, αμφορείς, οινοχόες, κάνθαροι και υδρίες.
         Στην ίδια περίοδο ανήκουν και οι 22 αγνύθες (υφαντικά βάρη) που βρέθηκαν διάσπαρτες στις τομές, υποδηλώνοντας ενασχόληση των κατοίκων με την υφαντική τέχνη.
Η χειροποίητη κεραμική είναι μονόχρωμη και ανάγεται σε δύο περιόδους, την Αρχαιότερη Νεολιθική  και την Πρώιμη Εποχή του Χαλκού.
Στην Αρχαιότερη Νεολιθική ανήκουν αγγεία καστανόγκριζα, με λεπτά τοιχώματα, καμπύλα προφίλ, ελαφρώς εξέχοντα χείλη και βάσεις δακτυλιόσχημες, δισκόσχημες ή κωνικές. Δεν διαπιστώθηκαν λαβές, ενώ η μοναδική διακόσμηση είναι η εμπίεστη (μικρές βαθύνσεις πάνω στον ωμό πηλό, με εργαλείο ή με τα δάχτυλα).
Στην Πρώιμη Εποχή Χαλκού ανήκουν αγγεία με πιο χοντρά τοιχώματα, κατασκευασμένα από διαφορετικό πηλό. Τα αγγεία έχουν επιφάνειες καστανόγκριζες έως καστανοκόκκινες, καμπύλα προφίλ και επίπεδες βάσεις, ενώ φέρουν και λαβές διάφορων τύπων.  Ένα όστρακο φέρει πλαστική διακοσμητική ταινία με εμπιέσεις.     
Ιδιαίτερη μνεία, σε σχέση με την κεραμική, θα πρέπει να γίνει για τα διάτρητα όστρακα. Ανήκουν σε μικρά χειροποίητα αγγεία, με διάτρητα τοιχώματα ή/και βάσεις, που μοιάζουν με σουρωτήρια. Χρονολογικά φαίνεται να εντάσσονται στην Πρώιμη Εποχή Χαλκού. Στη βιβλιογραφία τα αγγεία αυτά συνδέονται με μια ποικιλία χρήσεων, χωρίς καμιά από αυτές να γίνεται απόλυτα αποδεκτή από την έρευνα. Προς το παρόν, το μόνο βέβαιο είναι ότι πρόκειται για σκεύη ειδικής χρήσης, που κατασκευάζονταν στους οικισμούς σε περιορισμένο αριθμό. Η μελέτη τους σε συνδυασμό με χημικές αναλύσεις που θα πρέπει να γίνουν, πιθανόν να δώσει σύντομα μια πειστικότερη ερμηνεία για τη χρήση τους όχι μόνο στον οικισμό της Λάβας, κατά την 3η χιλιετία π.Χ., αλλά και σε άλλους προϊστορικούς οικισμούς.
Στην ίδια εποχή φαίνεται να ανήκουν επίσης και τα λιγοστά τριπτά εργαλεία της θέσης, πελέκεις, αξίνες και σμίλες.
Από τα εναπομείναντα τμήματα αδιατάρακτης επίχωσης, υποδηλώνεται μια χωρική κατανομή των περιόδων χρήσης του χώρου, σύμφωνα με την οποία ο οικισμός της Αρχαιότερης Νεολιθικής καταλάμβανε μικρό τμήμα της ανατολικής πλαγιάς του λόφου, ο οικισμός της Πρώιμης Εποχής Χαλκού το κεντρικό τμήμα και αυτός της Ελληνιστικής Εποχής το κορυφαίο και νότιο πλάτωμα. Τα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα της θέσης μαρτυρούν κατασκευή ελαφριών κτισμάτων κατά την Προϊστορική Εποχή, με βασικό υλικό κατασκευής το ξύλο, ίσως με επάλειψη λεπτού στρώματος πηλού, και λιθόκτιστα ή με λίθινα θεμέλια και πασσαλόπηκτη ανωδομή  στην Ελληνιστική Εποχή.
Η ιδιαίτερη σημασία της ανασκαφής της Λάβας έγκειται κυρίως στο γεγονός του εντοπισμού στη συγκεκριμένη γεωγραφική θέση ενός οικισμού της Αρχαιότερης Νεολιθικής, καθώς όχι μόνο πρόκειται για το μοναδικό μέχρι τώρα εντοπισμένο οικισμό της περιόδου σε τόσο ψηλό υψόμετρο (950μ.), στον ελλαδικό χώρο, εάν εξαιρέσει κανείς κάποιες ενδείξεις σύγχρονης κατοίκησης στη Σαμαρίνα, στα 1600μ. περίπου (περιοχή που διερευνάται από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και τον καθηγητή κ. Ν. Ευστρατίου), αλλά και γιατί αυτός βρίσκεται πάνω στο μοναδικό φυσικό πέρασμα που ενώνει διαχρονικά τη Θεσσαλία με τη Δυτική Μακεδονία. Η παρουσία του θα μπορούσε να συνδεθεί και να ερμηνευτεί σε σχέση όχι μόνο με την οικονομία του οικισμού, αλλά και με τα περάσματα και τη σημασία τους στην κοινωνική και οικονομική ζωή της περιοχής, κατά τη Νεολιθική Εποχή, αλλά και κατά την επόμενη περίοδο χρήσης του, την Εποχή Χαλκού.
Ενδιαφέρουσα είναι  επίσης, η ασυνήθιστη για την περιοχή επιλογή ενός ψηλού λόφου για την ίδρυση του οικισμού της Αρχαιότερης Νεολιθικής, καθώς την περίοδο αυτή προτιμώνται  χαμηλότερες και πιο ανοιχτές περιοχές, όπως και το γεγονός της επιλογής κατά την Πρώιμη Εποχή Χαλκού, πιθανόν για παρόμοιους λόγους, μιας θέσης που είχε ξανακατοικηθεί κατά την Αρχαιότερη Νεολιθική.
Αντίθετα, ο οικισμός της Ελληνιστικής Εποχής αποτελεί τυπικό δείγμα της περιόδου, καθώς αναπτύσσεται πάνω σε φυσικά οχυρό λόφο που διαμορφώνεται σε πλατώματα.
Ο χαρακτήρας των ορεινών αυτών οικισμών της Λάβας δεν μπορεί προς το παρόν να προσδιοριστεί με ασφάλεια, ωστόσο σημαντική παραμένει η διαπίστωση της διαχρονικής κατοίκησης της συγκεκριμένης θέσης, πιθανόν λόγω των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της, καθώς και του ασυνήθιστου συνδυασμού χρονικών περιόδων χρήσης. 
Μαζί μου στην ανασκαφή εργάστηκαν οι αρχαιολόγοι Σ. Αθανασίου, Α. Καλούδη, Ε. Καπουκρανίδου, Μ. Μαρινάκη, Π. Τορουνίδου, έχοντας στην ευθύνη τους την άμεση επίβλεψη των τομών και την καθημερινή συγγραφή ανασκαφικού ημερολογίου, ενώ με ανάλογες εργασίες ασχολήθηκε και ο φοιτητής αρχαιολογίας  Ι. Θάνος. Τα σχέδια της ανασκαφής έκαναν οι σχεδιάστριες Ά. Κουφαλέξη, Ι. Παπαμάρκου, Ε. Τέλλιου, Σ. Τζικανούλα, Π. Φούτσιου και Χ. Χονδρογιάννη. Την ευθύνη των εργασιών στο Μουσείο όπως και την καταγραφή των ευρημάτων είχε η αρχαιολόγος Ά. Κλημάντου, ενώ την επίβλεψη των σχεδίων και το συνολικό σχέδιο της ανασκαφής η σχεδιάστρια Θ. Βακουφτσή. Το πλύσιμο της κεραμικής έκαναν οι ειδικευμένοι εργάτες Χ. Μαργαρίτης και Σ. Μαυροδήμος με εργάτριες της ανασκαφής, τη συντήρηση των ευρημάτων η συντηρήτρια Κ. Γκαραλιού, τη σχεδίαση των αντικειμένων ο σχεδιαστής Δ. Γκουλιάφας και την ψηφιοποίηση των δεδομένων η Α. Μετόκη. Δεν θα πρέπει να παραλείψουμε τη συνεισφορά του μόνιμου και έκτακτου διοικητικού προσωπικού της Λ΄ ΕΠΚΑ, Κ. Μετόκη και Β. Τσεγγενέ, καθώς και της προϊσταμένης της Εφορείας  Γ. Καραμήτρου – Μεντεσίδη, στην  οποία οφείλονται και οι αρχικές επαφές με την Εταιρεία.       
Σημαντική από την έναρξη της ανασκαφής και καθ’ όλη τη διάρκειά της ήταν η βοήθεια που μας παρείχε η Εταιρεία ΛΑΡΚΟ, καθώς στο προσωπικό και τους προϊσταμένους της οφείλονται σημαντικές εργασίες όπως η τοπογράφηση του χώρου, η τοποθέτηση κανάβου, η κατασκευή στεγάστρου, η παραχώρηση αποθηκευτικών χώρων και  μεταφορικού μέσου, η μεταφορά νερού για τη χρήση νεροκόσκινου και πολλά άλλα. Για όλα αυτά ευχαριστούμε θερμά τον διευθυντή μεταλλείων Κ. Χριστόπουλο, τον διευθυντή του ορυχείου Θ. Μακρυδήμα, τον γεωλόγο Α. Αποστολίκα, τον λογιστή Σ. Ξάνθη, την τοπογράφο Κ. Παπαδημητρίου και τον άμεσο συνεργάτη της ανασκαφής Σ. Φουντούλη. Ευχαριστούμε επίσης το Δήμο Σερβίων και τον αντιδήμαρχο Χ. Τζικανούλα, για τη διάθεση μεταφορικού μέσου για τη μεταφορά των εργαλείων στο χώρο της ανασκαφής.  
Μετά ένα χρόνο, η επίσκεψή μας στο χώρο κατέγραψε απλά την καταστροφή του, δικαιώνοντας τελικά την ανησυχία των υπευθύνων της ΛΑΡΚΟ, αλλά και την απόφαση διενέργειας άμεσης ανασκαφικής έρευνας, παρά τις αναμενόμενες δυσμενείς καιρικές συνθήκες, λόγω κυρίως του μεγάλου υψομέτρου της θέσης.

Και περνάμε σε κάποιες άλλες ανασκαφικές εργασίες που έγιναν το 2010 και 2011 στην περιοχή της τεχνητής λίμνης Πολυφύτου, όπου τα νερά συνεχίζουν να διαβρώνουν το χώρο, αποκαλύπτοντας γνωστά και άγνωστα κατάλοιπα οικισμών και νεκροταφείων. 
Η ανασκαφή στη θέση Παλιοκαστανιά Σερβίων
 Στην Παλιοκαστανιά Σερβίων, στον οικισμό της Πρώιμης Εποχής Σιδήρου (1100-700 π.Χ. περίπου), προχωρήσαμε στον καθαρισμό, σχεδίαση, αφαίρεση και μεταφορά στην Αρχαιολογική Συλλογή Κοζάνης 15 πιθαριών καθώς και στην ανασκαφή μιας μισοδιαλυμμένης ταφής, άγνωστης χρονολόγησης, για την οποία ειδοποιηθήκαμε από τον Παπαδημητρίου, κάτοικο της περιοχής.
Ο οικισμός εντοπίστηκε το 1985, με την εμφάνιση στη βορειοδυτική πλαγιά ενός υπερυψωμένου παραποτάμιου πλατώματος δύο πίθων της Πρώιμης Εποχής Σιδήρου. Βρίσκεται σε υψόμετρο 285μ., απείχε από τον Αλιάκμονα 700μ. περίπου και η έκτασή του δεν φαίνεται να ξεπερνούσε τα 5 στρέμματα.
Το 2000 η διάβρωση έφερε στο φως τρεις συστάδες όμοιων πίθων, μία θερμική κατασκευή και ένα νεκροταφείο των Βυζαντινών χρόνων.  
Στη θέση επανήλθαμε το 2004, με χρηματοδότηση της Νομαρχίας Κοζάνης, για συστηματική ανασκαφική έρευνα. Ερευνήθηκαν δύο ομάδες πίθων, ένας λιθοσωρός, κάποιοι λάκκοι των ρωμαϊκών χρόνων, οι οποίοι συνδέονται με τον οικισμό της περιόδου που εντοπίστηκε σε όμορο πλάτωμα και μια θερμική πηλοκατασκευή της Τελικής Νεολιθικής (4500-3000π.Χ. περίπου), που ανήκει σε γειτονικό οικισμό.
Το 2010 πέντε ακόμα πίθοι ήρθαν να συμπληρώσουν την εικόνα του μεγαλύτερου ή ίσως του καλύτερα σωζόμενου, από τους τρεις εντοπισμένους αποθηκευτικούς χώρους, ο οποίος αποτελείται από 20 πίθους.       
Όλοι οι πίθοι είναι τοποθετημένοι σε λάκκους μέσα στο φυσικό. Έχουν σχήμα ωοειδές, οξυπύθμενο και καστανοκόκκινη επιφάνεια. Σώζονται κυρίως από το ύψος της κοιλιάς και κάποιοι από τον ώμο και κάτω. Μαρτυρούνται τρία μεγέθη, με μέγιστο ύψος το 1,50μ. και διάμετρο 1μ.  Κάποιοι φέρουν εγχάρακτη διακόσμηση πάνω στο χείλος ή στην κοιλιά. Από το χώρο περισυλλέχθηκαν πολλά λίθινα καπάκια πίθων. Δεν μπορέσαμε να διαπιστώσουμε το δάπεδο του χώρου στον οποίο ήταν τοποθετημένοι, ούτε τη θέση και τη μορφή των τοίχων του, εκτός από την ευθύγραμμη μορφή τους, όπως υποδηλώνει η θέση των πίθων.
Από τους τρεις λιθοσωρούς που παρατηρήθηκαν στο χώρο ερευνήθηκε ο νοτιότερος. Ανήκε σε λιθόκτιστο κτήριο της Πρώιμης Εποχής Σιδήρου, θεμελιωμένο πάνω στο φυσικό.
Έχει προσανατολισμό νοτιοδυτικά - βορειοανατολικά, με αψιδωτή τη νοτιοδυτική στενή πλευρά και είσοδο μάλλον στη βορειοανατολική. Το μέγιστο σωζόμενο μήκος του είναι 11,60 μ., ενώ το πλάτος του έφτανε τα 6,40 μ. Οι εξωτερικοί τοίχοι έχουν πάχος 60εκ. και είναι κατασκευασμένοι από μεγάλους λίθους. Το κτήριο διαιρούνταν σε δύο χώρους κατά μήκος, ενώ το σωζόμενο δάπεδο του αψιδωτού χώρου ήταν από πλάκες αλειμμένες με πηλό.
Η κεραμική του οικισμού περιλαμβάνει φιάλες με οριζόντιες λαβές, βαθειά ανοιχτά μπωλ, μεγάλα κλειστά αγγεία με οριζόντιες λαβές στην κοιλιά  και κανθαρόσχημα αγγεία. 
Το σύνολο των δεδομένων του οικισμού οδηγεί σε μια χρονολόγηση σε πρώιμη φάση της Πρώιμης Εποχής Σιδήρου, γύρω στο 1100 π.Χ.
Ο οικισμός είναι ο πρώτος που ανασκάφηκε στην περιοχή της Δυτικής Μακεδονίας, όπου η περίοδος είναι γνωστή μόνο από νεκροταφεία. Επιπλέον, η γεωγραφική του θέση δίπλα σε ένα από τα σημαντικότερα ποτάμια περάσματα, σε μια περιοχή με διαχρονική κατοίκηση, η  αυξημένη αποθηκευτική του δραστηριότητα και τα μεγάλα και σταθερά κτήρια, μαρτυρούν πως πρόκειται για έναν σημαντικό οικισμό, με κεντρικό χαρακτήρα στη ζωή των κατοίκων της περιοχής.
Η ανασκαφή στη θέση Παλιά Άσφαλτος Ροδίτη
Στην παραλίμνια περιοχή του Ροδίτη, μεταξύ πολλών άλλων διαλυμένων από τα νερά της λίμνης αρχαιοτήτων, κάποιες από τις οποίες έχουμε ανασκάψει, μας είναι γνωστό εδώ και χρόνια ένα νεκροταφείο των ρωμαϊκών χρόνων. Από το χώρο μας έχουν παραδοθεί κατά καιρούς από αρχαιόφιλους της περιοχής, όπως ο Ζ. Κουζιάκης και Α. Αθανασιάδης (στους συγκεκριμένους οφείλουμε την υπόδειξη πολλών αρχαιολογικών χώρων στην περιοχή Λευκάρων και στην παραλίμνια περιοχή, καθώς και την παράδοση μεγάλου αριθμού αντικειμένων), πήλινα αγγεία, κτερίσματα διαλυμένων τάφων. Εδώ ανασκάφηκαν τέσσερις λακκοειδείς τάφοι. Από αυτούς ένας μόνο εντοπίστηκε αδιατάρακτος. Ο νεκρός ήταν κτερισμένος με δύο αγγεία τοποθετημένα στα πόδια του.
Κοντά στο νεκροταφείο εντοπίζεται και μια ομάδα κτηρίων των ελληνιστικών χρόνων, τα οποία ελπίζουμε να ανασκάψουμε σύντομα, πριν την ολοκληρωτική διάλυσή τους.
Υποδείξεις χώρων, Αυτοψίες και Επιφανειακή έρευνα στην περιοχή της Λάβας και την ευρύτερη περιοχή Σερβίων
Τα σχετικά δεδομένα έχουν ιδιαίτερη σημασία καθώς διαμορφώνουν ή συμπληρώνουν  τον τοπογραφικό και πολιτισμικό χάρτη της περιοχής.
Υποδείξεις χώρων
Κατά τη διάρκεια της ανασκαφής στη θέση Κασιάνη, μας υποδείχτηκαν δύο άγνωστοι μέχρι τώρα αρχαιολογικοί χώροι που εντοπίζονται κοντά στον οικισμό που σκάψαμε. Πρόκειται για έναν οικισμό της Εποχής του Χαλκού και των ιστορικών χρόνων (πιθανόν των Ελληνιστικών), στη θέση Τσαράπη Βρύση της Λάβας, τον οποίο μας υπέδειξε ο κ. Βαγγέλης Μακρυγιάννης και για έναν ακόμα της Ελληνιστικής Εποχής στη θέση Αη Λιάς, που μας υπέδειξε ο κ. Νίκος Γεωργανάκης. Θα ήθελα να τους ευχαριστήσω και τους δύο και να υπογραμμίσω τη σημασία των ενεργειών αυτών, καθώς υποδηλώνουν ευαισθητοποίηση των κατοίκων σε σχέση με την ιστορία και τον πολιτισμό του τόπου τους, στηρίζοντας ηθικά και ουσιαστικά το επίπονο έργο των αρχαιολόγων. Είναι γνωστή άλλωστε η μεγάλη προσφορά των αρχαιόφιλων στην καταγραφή και διάσωση της πολιτισμικής μας κληρονομιάς, σε τοπικό και πανελλαδικό επίπεδο.
Εδώ οφείλουμε να αναφέρουμε και κάποιους άλλους αρχαιόφιλους της περιοχής, όπως οι Α. Βελισσάρης, Α. Διαμαντής και Χ. Τζιούτζιας, στους οποίους οφείλουμε την υπόδειξη δύο οικισμών προϊστορικών και ιστορικών χρόνων στην περιοχή Κρανιδίων, ο Ν. Ζουλιάμης, ο οποίος μας υπέδειξε ένα νεκροταφείο της Εποχής του Σιδήρου εντός του αγροτεμαχίου του, ο Π. Σαβιλλωτίδης που υπέδειξε έναν οικισμό ελληνιστικών χρόνων κοντά στο φαράγγι Σερβίων και ο Κ. Κυριακόπουλος που υπέδειξε νεκροταφείο των ελληνιστικών χρόνων κοντά στην Α. Βαρβάρα Σερβίων, από όπου περισυνέλεξε και μας παρέδωσε μεγάλο αριθμό πήλινων αγγείων, κτερίσματα διαλυμένων τάφων. Ο κατάλογος δεν τελειώνει εδώ, καθώς πολλές άλλες θέσεις στην ευρύτερη περιοχή τις γνωρίζουμε χάρη στην ευαισθησία των κατοίκων.  
Για τους παραπάνω λόγους, σημαντική ήταν και η υπόδειξη που μας έγινε το 2009 από την πρόεδρο του Μορφωτικού Συλλόγου Σερβίων, την κ. Χρ. Καραγιαννίδου, στο λόφο της Αγίας Άννας, καθώς προσέθεσε μία ακόμη προϊστορική θέση στην περιοχή Σερβίων και μάλιστα μη παραποτάμια, χώρος που δεν έχει ερευνηθεί ακόμα συστηματικά. Από εδώ περισυλλέξαμε κεραμική που χρονολογεί την κατοίκηση στη θέση στην Τελική Νεολιθική περίοδο (5η-4η π.Χ.  χιλιετία) και την  Ύστερη Εποχή Χαλκού (β΄μισό 2ης π.Χ. χιλιετίας). Ο οικισμός, ωστόσο, έχει υποστεί σοβαρή καταστροφή όχι μόνο από την ίδρυση της βυζαντινής εκκλησίας, η οποία υπάρχει στην κορυφή του λοφίσκου, αλλά και από τις ισοπεδώσεις, κατασκευές και δενδροφυτεύσεις των γύρω αγροτεμαχίων.
Αυτοψίες
Κατά τη διάρκεια αυτοψιών στην περιοχή Σερβίων εντοπίστηκε μια σειρά αρχαίων οικισμών των προϊστορικών ή/και των ιστορικών χρόνων. Βρίσκονται στην αγροτική περιοχή των Γουλών, των Κρανιδίων, του Πλατανορέμματος και σε δύο περιοχές των Σερβίων, στα Σφαγεία και στην εκκλησία της Παναγίας.
Επιφανειακή έρευνα 
Πολλά νέα στοιχεία στη μελέτη της περιοχής των Σερβίων προσέθεσε και η επιφανειακή έρευνα που πραγματοποιήσαμε γύρω από τον οικισμό της Λάβας και στο πέρασμα προς τη Θεσσαλία. Στην περιοχή αυτή εντοπίσαμε δύο περιοχές ανθρώπινης δραστηριότητας, οι οποίες συμπίπτουν με τη σύγχρονη δραστηριότητα στο χώρο και εντοπίζονται στις περιοχές συγκέντρωσης των σημερινών κτηνοτροφικών εγκαταστάσεων. Τα μέχρι τώρα ευρήματα ανάγουν χρονολογικά τη χρήση του χώρου στην πρώιμη Εποχή του Χαλκού, κάπου δηλαδή μέσα στην 3η π.Χ. χιλιετία. Πληροφορίες για τα τοπωνύμια και διάφορα άλλα ιστορικά στοιχεία για την περιοχή μας έδωσαν κτηνοτρόφοι της περιοχής, τους οποίους και ευχαριστούμε.
Νέα στοιχεία προσέθεσε τέλος και η προσπάθεια επανεντοπισμού των αρχαιολογικών χώρων στην παραλίμνια περιοχή του δήμου Σερβίων. Εκτός από την πλήρη διάλυση πολλών γνωστών αρχαιολογικών χώρων που διαπιστώσαμε, εντοπίσαμε και κάποιες νέες θέσεις, όπως έναν οικισμό της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού κοντά στο Αντλιοστάσιο, ο οποίος άρχισε να διαβρώνεται πρόσφατα.  
Σύνθεση των τοπογραφικών δεδομένων της ευρύτερης περιοχής Σερβίων
Από μια πρώτη σύνθεση του συνόλου των τοπογραφικών δεδομένων της περιοχής γύρω από την πόλη των Σερβίων, προκύπτουν καταρχάς κάποιες περιοχές εντατικής και διαχρονικής δραστηριότητας, οι οποίες ως εκ τούτου πρέπει να χαρακτηριστούν σημαντικές. Η πρώτη είναι η περιοχή της Λάβας, με κατοίκηση από την Αρχαιότερη Νεολιθική, 6500 π.Χ. μέχρι σήμερα, η δεύτερη, που συνδέεται ίσως με τη Λάβα, η περιοχή των κτηνοτροφικών εγκαταστάσεων, με κατοίκηση σύμφωνα με τα μέχρι τώρα δεδομένα από την Εποχή Χαλκού, από το 3000 π.Χ. περίπου μέχρι σήμερα, και η τρίτη, η περιοχή της Γέφυρας Σερβίων, με διαχρονική κατοίκηση επίσης από την Αρχαιότερη Νεολιθική. Πολλοί άλλοι μικρότεροι ή πιο μεμονωμένοι οικισμοί εντοπίζονται διάσπαρτοι στο τοπίο, μαρτυρώντας πυκνή και διαχρονική κατοίκηση όλης της περιοχής.
Μια δεύτερη παρατήρηση που μπορεί να γίνει, είναι ότι οι ελληνιστικοί οικισμοί της Κασιάνης, του Αη Λια, πιθανόν της Τσαράπη Βρύσης, των κτηνοτροφικών εγκαταστάσεων και κάποιων άλλων πολύ μικρότερων θέσεων, οι οποίες σύμφωνα με τα στοιχεία μας αναπτύχθηκαν στην ευρύτερη περιοχή της Λάβας, φαίνεται να αποτελούν μια ενιαία οικιστική ενότητα. Προστίθεται έτσι μία ακόμη ελληνιστική «πόλη» στην περιοχή των Σερβίων, αποτελούμενη από έναν ίσως κεντρικό οικισμό και κάποιες άλλες μικρότερες περιφερειακές οικιστικές μονάδες, η οποία λόγω της γεωγραφικής της θέσης είναι πιθανό να διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στη φύλαξη των δύο φυσικών διόδων που εντοπίζονται στην περιοχή, της διόδου του Κάστρου και αυτής του Στενού «Πόρτες». Η «πόλη» αυτή θα μπορούσε ίσως, με την απόκτηση των απαιτούμενων ανασκαφικών και επιγραφικών μαρτυριών, να διεκδικήσει ένα από τα ονόματα των αρχαίων πόλεων που αναφέρονται στην περιοχή από τους αρχαίους και μεταγενέστερους συγγραφείς, και τις οποίες εναγώνια αλλά χωρίς αποτέλεσμα μέχρι τώρα, αναζήτησαν οι παλιότεροι και νεότεροι ερευνητές, στην ευρύτερη περιοχή Σερβίων - Βελβεντού. Πρόκειται για τις πόλεις «Φυλακαί» και Βάλλα, από τις οποίες η πρώτη συνδέεται συχνά με τον από παλιά γνωστό οικισμό που αναπτύχθηκε στον οχυρό και τειχισμένο λόφο Παλαιόκαστρο Βελβεντού.
Στην παραπάνω διεκδίκηση θα μπορούσαν να εμπλακούν δύο ακόμα  σημαντικοί, λόγω γεωγραφικής θέσης και διαχρονικής κατοίκησης, ελληνιστικοί οικισμοί, που εντόπισε η νεότερη έρευνα στην παραλίμνια και άλλοτε παραποτάμια περιοχή του Αλιάκμονα. Πρόκειται για τις θέσεις Κάτω Μπράβας Βελβεντού και Γέφυρα Σερβίων (περιλαμβάνει τις θέσεις Σκαμνιές, Κολιτσάκι, Αντλιοστάσιο). Επιπλέον, συμπληρωματικά για την αρχαία τοπογραφία του παραποτάμιου χώρου στα δεξιά του ρου του Αλιάκμονα, αναφέρουμε τρεις ακόμα μεγάλους οικισμούς της περιόδου, στις θέσεις Κρυόβρυση Κρανιδίων, Πλατάνια και Κεραμοποιείο Γουλών, καθώς και έναν μικρότερο κοντά στην έξοδο του Φαραγγιού. Οι δύο πρώτες κατοικήθηκαν από τη Νεολιθική Εποχή.
Ο προσδιορισμός του χαρακτήρα των μέχρι τώρα εντοπισμένων οικισμών κάθε περιόδου καθώς και της κοινωνικής, οικονομικής και διοικητικής σχέσης μεταξύ τους, αλλά και η καταγραφή του συνόλου των οικισμών που αναπτύχθηκαν διαχρονικά στην περιοχή Σερβίων, απαιτεί συνέχιση της αρχαιολογικής έρευνας, η οποία διεξάγεται με πενιχρά οικονομικά μέσα, με τη συγκινητική όμως στήριξη φορέων και κόσμου. __