Τρίτη, 16 Οκτωβρίου 2012

Ο Μορφωτικός Όμιλος Σερβίων στο Βαφοπούλειο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Θεσσαλονίκης





Το Σάββατο 13 Οκτωβρίου ο Μορφωτικός Όμιλος Σερβίων «Τα Κάστρα» πραγματοποίησε με μεγάλη επιτυχία εκδήλωση τιμής και μνήμης στα πλαίσια του εορτασμού των 100 χρόνων από την απελευθέρωση της Μακεδονίας από τον τουρκικό ζυγό στο κατάμεστο Βαφοπούλειο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Θεσσαλονίκης. Η εκδήλωση περιελάμβανε Ομιλία σχετική με τα ιστορικά γεγονότα, βίντεο και εικόνες από τα Σέρβια, από τη μάχη του Σαρανταπόρου και την είσοδο του ελληνικού στρατού στα Σέρβια, και το Λαογραφικό Μουσείο του Μ.Ο.Σ. και παράσταση χορωδίας και χορευτικού.
Την εκδήλωση που άρχισε στις 8.30 μ.μ. την παρακολούθησαν πάρα πολλοί Θεσσαλονικείς, Σερβιώτες και μη. Παρόντες επίσης ο Δήμαρχος Σερβίων-Βελβεντού κ. Βασίλειος Κωνσταντόπουλος, η εκπρόσωπος της Περιφέρειας  Δυτικής Μακεδονίας κ.Κική Αποστολίδου, ο πρώην Δήμαρχος Σερβίων κ. Δημοσθένης Κοκολιός,  ο Αντιδήμαρχος Πανοράματος κ. Γεώργιος Τσίγκρος, ο Καθηγητής του Πανεπιστημίου Δυτ. Μακεδονίας κ. Ευστάθιος Πελαγίδης, ο Γραμματέας του Ελληνικού- Κυπριακού- Ουγγρικού Συλλόγου Φιλίας και της Εκκλησιαστικής Ελληνικής Κοινότητας Βουδαπέστης Βασίλειος Σταματόπουλος.
Η Πρόεδρος του Βαφοπούλειου κ. Θεοδώρα Λειψιστινού, καλωσόρισε τους επισκέπτες και έκανε έναν σύντομο χαιρετισμό. Καλωσόρισμα απηύθυνε και ο Πρόεδρος του Συλλόγου Σερβιωτών Θεσσαλονίκης, κ. Ηλίας Ράπτης, ο οποίος τόνισε τη μεγάλη αγάπη και την υπερηφάνεια που νιώθουν οι Σερβιώτες της Θεσσαλονίκης για την ιδιαίτερη πατρίδα τους, τα Σέρβια.
Κάλεσε στη συνέχεια το Δήμαρχο Σερβίων-Βελβεντού κ. Βασίλειο Κωνσταντόπουλο, ο οποίος εξήρε τη σημασία της μάχης στη θέση «Πόρτες» στην εξέλιξη του απελευθερωτικού αγώνα του Ελληνικού Στρατού και ιδιαίτερα στην απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης και αναφέρθηκε στη θυσία των 117 εθνομαρτύρων από την πόλη των Σερβίων και την ευρύτερη περιοχή. Ακόμη αναφέρθηκε στην εξέλιξη της πόλης των Σερβίων μετά την απελευθέρωση, την τωρινή κατάσταση, αλλά και τους σχεδιασμούς της δημοτικής Αρχής για την ανάπτυξη και αναβάθμισή της, τις προσπάθειες για τη βελτίωση της ζωής των κατοίκων, την αξιοποίηση της παραλίμνιας περιοχής για την προσέλκυση επισκεπτών   και τέλος κάλεσε τους Σερβιώτες της διασποράς να είναι σε επαφή με τη γενέτειρα γη και να μην τη λησμονούν.

Τέλος η Πρόεδρος του Μ.Ο.Σ. κ. Χρυσάνθη Καραγιαννίδου ευχαρίστησε για την πρόσκληση και τόνισε τη μαρτυρικότητα της πόλης, «διότι υπέστη ολοκαυτώματα με κορυφαίο αυτό του 1943 που από τα 1100 περίπου σπίτια έμειναν όρθια μόνο 7 και οι νεκροί άγγιξαν τις 2 εκατοντάδες.» «Αυτούς τους αγώνες, είπε,  και αυτές τις θυσίες θέλουμε να θυμηθούμε και να τιμήσουμε εμείς σήμερα. Λαοί που ξεχνούν την ιστορία τους είναι καταδικασμένοι σε θάνατο.» Συνέδεσε τέλος την ιστορία των Σερβίων με την ιστορία της Θεσσαλονίκης και της Μακεδονίας ολόκληρης.

Το πρόγραμμα άνοιξε με προβολή εικόνων από τα Σέρβια –«Αγαπάμε περισσότερο ό,τι γνωρίζουμε καλύτερα» - Εικόνες από το φυσικό περιβάλλον, τα Κάστρα, τη Βυζαντινή Καστροπολιτεία, τη λίμνη και τη γέφυρα.

Αμέσως η Πρόεδρος του Μ.Ο.Σ. κ. Χρυσάνθη Καραγιαννίδου παρουσίασε το θέμα«Η μάχη του Σαρανταπόρου  και της Πόρτας και η σημασία της στην περαιτέρω εξέλιξη του  αγώνα.  Η ημέρα της απελευθέρωσης στα Σέρβια.»                                          
Ανέφερε αρχικά τα τηλεγραφήματα που από το πρωΐ της 10ης Οκτωβρίου έφθαναν στην Αθήνα και ανήγγελλαν το ένα μετά το άλλο τις επιτυχίες των Ελλήνων μέχρι που αναγγέλθηκε «πλήρης η καταστροφή του τουρκικού στρατού δια της περικυκλώσεως αυτού».«Η μάχη του Σαρανταπόρου ήτις κατέληξεν  εις την άλωσιν της Πόρτας και των Σερβίων, παραδώσασα εις χείρας του Ελληνικού Στρατού την οχυρωτέραν δίοδον της Μακεδονίας και πλήθος αιχμαλώτων και λαφύρων, αφήνει προ αυτού εφεξής ανοικτόν τον δρόμον προς την Θεσσαλονίκην».
Τονίστηκε η αξία και η σημασία των στενών για τους Τούρκους και έγινε περιγραφή της πρώτης μέρας της μάχης του Σαρανταπόρου. Η κυκλωτική κίνηση του Μεράρχου Μοσχόπουλου που κατέλαβε τα στενά στις Πόρτες Σερβίων ανάγκασε τους Τούρκους τη νύχτα της 9ης προς 10η Οκτωβρίου να εγκαταλείψουν την πλέον οχυρή γραμμή τους, που πίστευαν ότι θα γίνει ο τάφος των Ελλήνων, και να φύγουν προς Σέρβια, εγκαταλείποντας όλα τα πυροβόλα τους.
Αναφέρθηκε στη συνέχεια σε μαρτυρίες αυτοπτών μαρτύρων, πώς έζησαν την ημέρα της απελευθέρωσης στα Σέρβια.
Ο Κίμων Κοεμτζόπουλος παραδίδει ότι «από την ημέρα που κηρύχτηκε ο πόλεμος όλοι στα Σέρβια ήταν κρυμμένοι στα σπίτια τους, φοβούμενοι μήπως οι Τούρκοι βάλουν γενική σφαγή στον χριστιανικό πληθυσμό «και τα τουφέκια που ήταν κρυμμένα είχαν βγει από τις κρυψώνες από την πρώτη ακόμα μέρα του πολέμου.»
 Την Τετάρτη 10.10.1912 κατά τις 12.30΄ το μεσημέρι σαν είδαν τα πρώτα ελληνικά στρατεύματα να φθάνουν στην  πλαγιά, ύψωσαν μια πολύ μεγάλη - την πρώτη - ελληνική σημαία, και με δάκρυα στα μάτια αγκαλιάζονταν και φιλούσαν ο ένας τον άλλο, όλοι. Η πρώτη ελληνική σημαία που υψώθηκε στη Μακεδονία.
Το απόγευμα της ίδιας ημέρας, γράφει ο Μηνάς Μαλούτας, «επρόβαλον εις τα κράσπεδα των Σερβίων, οι πρώτοι άγγελοι της νίκης, οι οποίοι έγιναν δεκτοί εν μέσω αλλόφρονος χαράς, θαλάσσης ελληνικών σημαιών με δακρύβρεχτα μάτια και με το «Χριστός Ανέστη» στα στόματα, και επακολούθησε ο πανζουρλισμός των εξαφθέντων από την μέθην του εθνικού παραληρήματος ελευθερωθέντων και ελευθερωτών» «Μία μέθη δυσπερίγραπτος, συνεχίζει, κατείχε τας ψυχάς των απελευθερωθέντων υποδούλων συμπατριωτών μας. Ήταν όλοι  τρελοί. Βαένια κρασιού  ανοίγονταν για τους ελευθερωτές, σφαχτά ψήνονταν και κάθε περιποίηση αποδίδονταν σ’ αυτούς, που μετακινούνταν συνεχώς προς βορράν, προς καταδίωξη των υποχωρούντων ατάκτως τουρκικών στρατευμάτων.» Την άλλη μέρα αφηγείται ο ίδιος πήγαν στις Πόρτες «προς επιθεώρησιν και αποθαυμασμόν του πεδίου της μάχης»…και είδαν «τον ομαδικόν τάφον εις το ρέμα, κάτωθεν της μικράς ξυλίνης γεφύρας του στενού.» 
Οι γυναίκες όλη νύχτα έρραβαν σημαίες ελληνικές, και μία οκτώ μέτρα μήκος που υψώθηκε στο Διοικητήριο. Η ίδια σημαία μεταφέρθηκε από το Γενικό Επιτελείο και ανυψώθηκε στο Λευκό Πύργο της Θεσσαλονίκης την 26η Οκτωβρίου 1912.
Ο δημοσιογράφος Γρ. Βασιλάς σχολίαζε στην εφημερίδα των Αθηνών «Νέα Ημέρα» της 20ης Οκτωβρίου του 1912:  «…Το Εθνικόν αίσθημα εδώ έχει απερίγραπτον ισχυρότητα…»
Εδώ η Ομιλήτρια αναφέρθηκε στην εν ψυχρώ εκτέλεση των 117 Ελλήνων αρχόντων της περιοχής, που τους είχαν συλλάβει ως ομήρους οι Τούρκοι, τη νύχτα της 9ης προς την 10η Οκτωβρίου.
«Σωροί κατααιματωμένων νεκρών, γράφει ο Μηνάς Μαλούτας, απεκαλύφθησαν είς τους οφθαλμούς των πρώτων εξελθόντων εκ των οικιών των Σερβιωτών, μετά την είσοδον των ελληνικών στρατευμάτων. Εις σωρός εξ ενενήκοντα σχεδόν νεκρών έκειτο εις τον δρόμον, ένθα …Έτερος σωρός εξ είκοσι σχεδόν πτωμάτων έκειτο εις έτερον σημείον της πόλεως, ένθα…. Έτεροι νεκροί περί τους δέκα, σποραδικώς έκειντο εις διάφορα σημεία της τουρκικής συνοικίας…Μεταξύ αυτών διεκρίναμεν και ημείς, γυμνόν με μίαν σφαίραν εις το σώμα του, τον αείμνηστον διδάσκαλόν μας Κων/νον Κάρπον, τον οποίον προ ολίγων ημερών είχεν απαγάγει εκ του σχολείου μας, όπου μας εδίδασκε το άσμα «Νυξ του Μεσολογγίου», η τουρκική αστυνομική αλώπηξ Σερβίων, Αμέτ εφέντης».
Κατά τον αυτόπτη μάρτυρα Γεράσιμο Βώκο τα ακρωτηριασμένα πτώματα πετάχτηκαν εδώ κι εκεί, όπως-όπως, τα ματωβαμμένα όμως κεφάλια με τη φρίκη στη μορφή τους τοποθετήθηκαν κατά γης, ως παράταξη φρίκης από τις δύο πλευρές του δρόμου, απ’ όπου επρόκειτο να περάσει ο ελευθερωτής ελληνικός στρατός. Είναι η σημερινή κεντρική οδός της πόλης «117 Εθνομαρτύρων»
Στην εφημερίδα «Νέα Ημέρα» της 19ης Οκτωβρίου ο Γρ. Βασιλάς έγραφε: « Μόνον η σφαγή των 117 Ελλήνων εις τα Σέρβια θα ήρκει δια να δικαιολογήσει την σημερινήν σταυροφορίαν των Βαλκανικών Κρατών εναντίον της Τουρκίας. Φρίττουν ακόμη όλοι εκείνοι οι οποίοι έτυχε να εισέλθουν εκ των πρώτων εις τα Σέρβια. Μία ολόκληρος πλατεία ήτο σκεπασμένη με αθώα θύματα, τα οποία εκρεουργήθησαν κατά τον ανανδρότερον τρόπον. …Μεταξύ των φυλακισμένων υπάρχουν και πέντε παπάδες. ..Είδα τα πτώματά των και έφριξα. Οι Τούρκοι τα είχαν ρίψει μέσα εις τις λάσπες. Είχαν σχισμένα με τα μαχαίρια τα ράσα και είχαν ανοίξει με τους υποκόπανους τους εγκεφάλους. Εις φρικώδη κατάστασιν ευρίσκετο το πτώμα του Διδασκάλου των Σερβίων, του Κωνσταντίνου Κάρπου, αγωνιζομένου επί 17 έτη εναντίον της Ρουμανικής προπαγάνδας. Οι Τούρκοι είχον ανοίξει το κρανίον του και είχον χύσει έξω τα μυαλά του…»
Κι αν δεν επικρατούσαν οι μετριοπαθέστεροι Τούρκοι δε θα έμενε Έλληνας Χριστιανός στη μικρή πόλη των Σερβίων, διότι οι φανατικοί Μπέηδες  είχαν προτείνει να γίνει γενική σφαγή των Ελλήνων συμπολιτών τους…
Στα Σέρβια από την πρώτη μέρα της απελευθέρωσης είχαν ιδρυθεί νοσοκομεία,  όπου μεταφέρονταν τραυματίες και ασθενείς, από το μέτωπο. Και εδώ υπηρετούσαν η Ναταλία, κόρη του Στεφάνου Δραγούμη και σύζυγος του Παύλου Μελά,…η προγκίπισσα Αλίκη, σύζυγος του πρίγκιπα Ανδρέα της Ελλάδος,… η σύζυγος του πρίγκιπα Θεόδωρου Υψηλάντη, η Άννα Παπαδοπούλου, αδελφή του Παύλου Μελά, η Σοφία Ερρίκου Σλήμαν με την κόρη της και άλλες 8-10 ακόμη κυρίες των Αθηνών
Στις 11 Οκτωβρίου ήλθε ο Διάδοχος και έγινε  επιβλητική η κηδεία των θυμάτων.
Τονίστηκε στη συνέχεια η ολοσχερής καταστροφή των Τούρκων και η ταχύτητα με την οποία προήλασαν τα ελληνικά στρατεύματα. Κανείς δεν περίμενε ότι σε έξι μέρες από το ξεκίνημα θα είχαν το στρατηγείο από τη Λάρισα στα Σέρβια… Αναπτερώθηκε το ηθικό του ελληνικού στρατού, του οποίου ως εκείνη τη στιγμή αμφισβητούσαν το αξιόμαχο όλοι οι ξένοι, ακόμη και πολλοί Έλληνες. Μετά τα Σέρβια, όμως, τα πράγματα άλλαξαν. Εφημερίδες ελληνικές και ξένες τόνιζαν το γεγονός και επαινούσαν την ταχύτητα με την οποίαν ο στρατός προήλασε, την αντοχή του και την εκπόρθηση θέσεων εξαιρετικά οχυρών.
Η μάχη του Σαρανταπόρου και η νίκη των Ελλήνων ήταν ο καταλύτης για να εδραιωθεί και πάλι η εθνική αυτοπεποίθηση και να πιστεύσουν και πάλι οι Έλληνες ότι μπορούν να νικήσουν τον εχθρό.
Η σημασία της νίκης του Σαρανταπόρου μπορεί καλύτερα να εκτιμηθεί αν αναστρέψομε την εικόνα, γράφει ο Σπύρος Μαρκεζίνης στην Ιστορία του «Ακόμη και αν οι Έλληνες νικούσαν μεν στο Σαραντάπορο αλλά απλώς καθυστερούσαν, πέρα από τις άλλες ηθικές συνέπειες, τονίζει, θα είχε χαθεί η Θεσσαλονίκη, με απροσμέτρητες συνέπειες για όλο τον αγώνα.»
Στο σημείο αυτό η Ομιλήτρια περιέγραψε με συντομία όσα προηγήθηκαν από την παράδοση της Θεσσαλονίκης και πώς ήταν πράγματι θέμα ωρών η πόλη να περιέλθει στους Βουλγάρους. Και κατέληξε.
Κυρίες και Κύριοι
Διανύοντας μία εποχή κρίσης, οικονομικής στην επιφάνεια, βαθειά όμως ηθικής και πνευματικής, θεωρούμε επιβεβλημένο περισσότερο από κάθε άλλη φορά να ανατρέχουμε στους αγώνες των προγόνων μας παλαιών και νεοτέρων και να αντλούμε διδάγματα απ’ αυτούς. Ξαναθυμούμαστε τους αγώνες αυτούς για τη διατήρηση της ιστορικής μας μνήμης. Αυτές οι υπενθυμίσεις δεν αποτελούν αιχμή εναντίον των οιωνδήποτε εχθρών της πατρίδος μας, αλλά, όπως και κείνοι, έτσι και μεις δεν μπορούμε και δε θέλουμε   να ξεχάσουμε την ιστορία μας. Η ανάμνηση των αγώνων του Έθνους έρχεται ως εγερτήριο σάλπισμα, για να μας αφυπνίσει από την υλιστική  νάρκη και να μας υπενθυμίσει τη σημαντική κληρονομιά, τον ιστορικό ρόλο της φυλής μας, τα μεγάλα προνόμια του Έθνους  και το ύψιστο καθήκον, να κρατούμε ψηλά και αναμμένη τη λαμπάδα των ιερών  μας παραδόσεων, να διατηρούμε καθαρή και αμόλυντη την ταυτότητά μας και να δικαιώνουμε έτσι την κάθε θυσία των προγόνων μας. Ξαναθυμούμαστε τους αγώνες αυτούς για να τιμούμε τους ήρωες που θυσιάστηκαν, για να ζούμε εμείς με τον τρόπο που επιλέγει ο καθένας
Στη συνέχεια έγινε Προβολή με Εικόνες και Φωτογραφίες από τη μάχη του Σαρανταπόρου και της Πόρτας και την είσοδο του στρατού στα Σέρβια, στις 10 Οκτωβρίου του 1912.
Η Χορωδία του Μ.Ο.Σ παρουσίασε πέντε παραδοσιακά άσματα. Διδάσκαλος της Χορωδίας ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος, στο ακκορντεόν η Δέσποινα Νταβατζή.
Και στη συνέχεια παρουσιάστηκε μικρό video με το Λαογραφικό Μουσείο του Μ.Ο.Σ.
 Το όλο πρόγραμμα έκλεισε με Παραδοσιακούς χορούς από το νεανικό τμήμα του Μ.Ο.Σ. Χοροδιδάσκαλος η Δώρα Αγοραστού