Δευτέρα, 27 Μαΐου 2013

Το ολοκαύτωμα των Σερβίων στη Θεσσαλονίκη -Βίντεο




Ο Μορφωτικός Όμιλος Σερβίων παρουσίασε το Ολοκαύτωμα των Σερβίων της 6ης Μαρτίου 1943, την Παρασκευή 17 Μαΐου το βράδυ στο Βαφοπούλειο Πνευματικό Κέντρο της Θεσσαλονίκης.
Παρόντες στην εκδήλωση ο Δήμαρχός μας, κ. Βασίλης Κωνσταντόπουλος, ο Πρόεδρος Φίλων του Βαφοπούλειου, κ. Κων/νος Κωστόπουλος, ο Πρόεδρος του Συλλόγου Σερβιωτών Θεσσαλονίκης κ. Ηλίας Ράπτης, ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Δ.Μ. κ. Ευστάθιος Πελαγίδης, ο κ. Γαβριήλ Συντομόρου και πολλοί Σερβιώτες και φίλοι της Θεσσαλονίκης.
Πολλοί, σχεδόν όλοι από τους ξένους, ομολόγησαν ότι δεν ήξεραν για το Ολοκαύτωμα των Σερβίων και έμειναν έκπληκτοι με αυτά που άκουσαν. Αυτός άλλωστε ήταν και ο απώτερος σκοπός μας, να γίνει γνωστή η θυσία των Σερβίων και η μεγάλη καταστροφή που έπαθε η πόλη μας. Σ΄ αυτό θα συντελέσει πολύ περισσότερο η τηλεοπτική κάλυψη που είχαμε από το 4e, του οποίου η εμβέλεια είναι μεγάλη και έτσι θα γίνει γνωστό σε περισσότερους. Γι’  αυτό και αισθανόμαστε την ανάγκη να ευχαριστήσουμε θερμά τον συγκεκριμένο τηλεοπτικό σταθμό.
Ο Πρόεδρος Σερβιωτών Θεσσαλονίκης, κ. Ηλίας Ράπτης, χαιρέτησε πρώτος την εκδήλωση και στη συνέχεια ο Πρόεδρος των Φίλων του Βαφοπούλειου, κ. Κων/νος Κωστόπουλος, εκ μέρους της Προέδρου κ. Θεοδώρας Λειψιστινού.
Όλη η παρουσίαση του Ολοκαυτώματος έγινε με αφηγήσεις αυτοπτών μαρτύρων, οι οποίες παρουσιάστηκαν είτε με ανάγνωση των σχετικών κειμένων είτε με video, όπου οι μάρτυρες ζωντανά κατέθεταν τις μνήμες τους. Καθώς ολοκληρώνονταν μία ενότητα, διακόπτονταν η αφήγηση με μουσική ανάλογη με την περίσταση, με τις κ. Δώρα Τανή, Χριστίνα Τανή και τον κ. Νίκο Μαντάνη. Τέλος έκλεισε με ένα χορευτικό του Ομίλου.
Εισαγωγικά η Πρόεδρος είπε τα εξής:
«70 χρόνια συμπληρώθηκαν φέτος από τη μεγαλύτερη καταστροφή, τον όλεθρο που δέχθηκε η πόλη μας, τα Σέρβια.
 6 Μαρτίου 1943. Hμέρα Σάββατο. O Ιταλικός στρατός κατευθυνόμενος από Λάρισα προς Σιάτιστα, για ενίσχυση εκεί ιταλικής δύναμης,  σπάει τον κλοιό της Αντίστασης στα Στενά Πόρτες και μπαίνει στα Σέρβια, γύρω στις 10 το πρωΐ. Η καμένη γέφυρα του Αλιάκμονα εμποδίζει τη συνέχιση της πορείας. Τα Σέρβια παραδίδονται στις φλόγες των Ιταλικών στρατευμάτων και σε λίγες μέρες γίνονται στάχτη. Στους ανθρώπους που παρακολουθούσαν από τα γύρω βουνά τη φρίκη έφθαναν αποκαΐδια, χιλιόμετρα μακριά, και η μυρωδιά του καπνού τύλιγε όλη την ατμόσφαιρα Ηλικιωμένοι και ανήμποροι να κινηθούν πλήρωσαν με τη ζωή τους την αδυναμία τους να απομακρυνθούν από την κόλαση.



Επιζώντες  από την τραγική αυτή εποχή θυμούνται με φρίκη και αποτροπιασμό όλα όσα έζησαν, παρά τα εβδομήντα χρόνια που πέρασαν, και καθώς μας τα αφηγούνται, διακόπτουν την αφήγηση συχνά και επαναλαμβάνουν: «να μην ξανάρθουν τέτοια χρόνια, να μη ζήσετε τέτοιες εποχές…»
Για να μη ζήσουμε λοιπόν παρόμοιες εποχές, οφείλουμε να αντικρίζουμε τα γεγονότα της ιστορίας με καθαρό βλέμμα και να τα μελετούμε χωρίς προκαταλήψεις και φανατισμούς, χωρίς εμμονές, ώστε να διδασκόμαστε από το παρελθόν.
Αυτό το νόημα έχει και η σημερινή εκδήλωση. Να παρουσιάσουμε πτυχές της Ιστορίας μας που στους πολλούς είναι άγνωστες. Το ολοκαύτωμα των Σερβίων και η μεγάλη ανατροπή που υπέστη η πόλη μας είναι εντελώς άγνωστα. Έχουμε χρέος απέναντι στην ιστορία και στον τόπο μας να προβάλουμε τα γεγονότα αποδίδοντας σ’ αυτά την ανάλογη σημασία και τιμή»
Ευχαρίστησε όλους όσοι με οποιονδήποτε τρόπο συνέβαλαν και συμβάλλουν σ’ αυτό το έργο, πρωτίστως όσους κατά καιρούς κατέθεσαν την ψυχή τους με τις προσωπικές μαρτυρίες τους. Ευχαρίστησε το Βαφοπούλειο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Θεσσαλονίκης, και όλους που τίμησαν και συνεργάστηκαν στην εκδήλωση.
Η όλη παρουσίαση των γεγονότων ήταν δομημένη σε ενότητες.
Η πρώτη αναφέρονταν στον βομβαρδισμό που υπέστησαν τα Σέρβια κατά την κάθοδο των Γερμανών προς τη Νότιο Ελλάδα, Απρίλιο του 1941. Πάνω από τα Σέρβια, στις οροσειρές, ήταν η δεύτερη γραμμή άμυνας μετά τη γραμμή Ρούπελ, και οι Γερμανοί για να σπάσουν την όποια αντίσταση βομβάρδισαν τα Σέρβια. Οι πρώτες απώλειες – όχι ευκαταφρόνητες σε σπίτια και ανθρώπινες ζωές, αλλά και στα βυζαντινά μας Μνημεία.
Δεύτερη ενότητα, το επεισόδιο με την υποστολή της Γερμανικής Σημαίας από το Κοινοτικό Κατάστημα και την ανύψωση της Ελληνικής. Ο Γερμανός φρούραρχος, που είχε φύγει πλέον από τα Σέρβια, το πληροφορήθηκε και ήρθε. Ζήτησε τη γερμανική Σημαία «Την ασπάστηκε και διεμήνυσε με τη συμπεριφορά του τα μελλούμενα για τα Σέρβια», όπως καταθέτει ο Λάζαρος Κοεμτζόπουλος.
Τρίτη ενότητα – το κυρίως θέμα, το Ολοκαύτωμα, δοσμένο σε υποενότητες. Φάλαγγα των Ιταλών ξεκινάει από Λάρισα να βοηθήσει ομοεθνείς τους στη Σιάτιστα. Οι αντάρτες καίνε τη γέφυρα του Αλιάκμονα, για να εμποδίσουν το πέρασμα. Στα Σέρβια αναστάτωση και εκκένωση της πόλης. «Βιαστικός και ανήσυχος ο κόσμος έτρεχε πάνω στα πέτρινα καλντερίμια που έβγαζαν φωτιές. Οι κάτοικοι πανικόβλητοι, άλογα φορτωμένα με πράγματα, μεγάλη αναστάτωση επικρατούσε στα μέχρι τότε ήσυχα Σέρβια. Οι άνθρωποι που ήταν κλεισμένοι στα σπίτια τους κατάλαβαν ότι κάτι κακό συμβαίνει,  αλλά δεν ήξεραν τι.
Την επομένη το πρωί όλοι, μικροί και μεγάλοι, με "μποχτσιάδες" με εσώρουχα στην αγκαλιά, ζαλικώθηκαν στους ώμους κουβέρτες και τενεκέδες με πλιγούρι, τραχανά και φασόλια για τις πρώτες ώρες και πήραν το δρόμο για το βουνό.»
«Ανέβασμα στα βουνά, λέει μια Σερβιώτισσα, όσο το δυνατόν ψηλότερα, για να μη μας φτάσουν οι Γερμανοί. Το κρύο τσουχτερό και ανυπόφορο. …Οι πρόσφυγες των Σερβίων φύγαμε μέσα σε τρομερή κακοκαιρία. Χιόνιζε ασταμάτητα, δε βλέπαμε στα δύο μέτρα. Ο πατέρας μου φώναζε «πιαστείτε από το χέρι να μη χαθούμε».
Σάββατο πρωΐ, 6 Μαρτίου οι Ιταλοί μπαίνουν στα άδεια Σέρβια. Πριν μπουν στην πόλη σκοτώνουν δύο μυλωνάδες που συναντούν στο δρόμο, καίνε την Αγία Παρασκευή και τα πρώτα σπίτια στην είσοδο της πόλης. Βρίσκοντας τη γέφυρα καμένη, επιστρέφουν και πυρπολούν αδιακρίτως όλη την πόλη, αφού προηγουμένως «πλιατσικολογούν».Δε σεβάστηκαν λέει ένας μάρτυρας ούτε τους Ναούς. Η Αγία Κυριακή είχε ένα από τα καλύτερα τέμπλα στην Ελλάδα. Το έκαψαν και αυτό.
«Όσο ανέβαινα, τόσο έκλαιγα. Έβλεπα τα Σέρβια, το βιός όλων μας να καίγεται, να γίνεται ένα μαύρο σύννεφο, που μας σκέπαζε όλους… Όλα είχαν γίνει στάχτες…» 
 «Καθήσαμε σε ένα δωμάτιο 40 άτομα. Εκεί ούτε φαγητό, ούτε ψωμί, ούτε φωτιά, ούτε τίποτα. Περιμέναμε κι αγναντεύαμε εδώ που έκαιγαν. Ωχ και ο δικός μου ο μαχαλάς καίγεται, ωχ και παρακάτω!  Κάηκαν τα Σέρβια από θεμέλιο. Εδώ έκαψαν με κόσμο μέσα, κάηκαν πολλές γριές και γέροι που δεν μπόρεσαν να φύγουν.»
Όσοι δεν μπόρεσαν ή δεν πρόφθασαν να φύγουν, τους σκότωσαν την ημέρα εκείνη.
Η επομένη ενότητα αφορά τα μετά το κάψιμο.
Οι κάτοικοι των Σερβίων κατέβαιναν με βαριά καρδιά στα ερείπια να ψάξουν να βρουν κανένα πηρούνι, κανένα κουτάλι, γιατί είχαν φύγει μόνο με τα ρούχα τους… Και τότε πολλοί την πλήρωσαν από τους Γερμανούς.
«Πολύ τραγική ήταν η κατάσταση εκείνων, που δεν μπόρεσαν, την ημέρα που κάηκε η ωραία αυτή κωμόπολη να πάνε στις πόλεις και κατέφυγαν στο βουνό. Εκεί ζούσαν σε τρώγλες και σπήλαια. Ήταν τόσο τραγική η διαβίωσή τους, ώστε παρατηρήθηκαν περιπτώσεις, γονείς να σκάβουν με τα χέρια τους λάκκους για να θάψουν τα παιδιά τους, που δεν άντεξαν στις κακουχίες, τις στερήσεις και την πείνα. Όλοι είχαν φύγει από τα Σέρβια κουβαλώντας στα χέρια μόνο τα μωρά τους, καμιά κουβέρτα ή λίγα τρόφιμα.» 
Η χαριστική βολή στον όλεθρο ήταν η νεκρά ζώνη που κήρυξαν οι Γερμανοί  μέχρι που έφυγαν, -δύο χρόνια σχεδόν- και έτσι δεν μπορούσαν οι Σερβιώτες να γυρίσουν στον τόπο τους ούτε καν να πλησιάσουν και να κλάψουν στα συντρίμμια. Οι Γερμανοί εγκατέστησαν στα Σέρβια ένα Τάγμα  στο Ορφανοτροφείο, που δεν το είχαν κάψει, γιατί τους εξυπηρετούσε.  Όταν έφυγαν τελικά, έβαλαν φωτιά και στο Ορφανοτροφείο.  
Κι έτσι οι Σερβιώτες γύριζαν από χωριό σε χωριό, ξένοι, πρόσφυγες στον τόπο τους… «Το πρωί δουλεύαμε τη γη μας και το βράδυ μέναμε στις σπηλιές που σκάψαμε μέσα σε βουνά και  λόφους…. Ταλαιπωρίες!  Πότε ζέστη… πότε κρύο….!!!»
 «Δύο χρόνια γυρίζαμε από τόπο σε τόπο, ώσπου γυρίσαμε πίσω στο ερειπωμένο σπίτι μας.  Όλα ήταν καμένα. Ξεκινήσαμε πάλι από την αρχή…»
«Υπήρχε μια υπηρεσία Στεγάσεως της Αγροτικής Τράπεζας που άρχισε να χτίζει σπίτια-κοτέτσια για τους ταλαίπωρους κατοίκους των  ηρωικών Σερβίων.»
Πολλοί δε γύρισαν πίσω έμειναν για πάντα στη δεύτερη πατρίδα τους. Αυτή είναι η μεγαλύτερη συμφορά για τα Σέρβια…
Συνολική αποτίμηση: Από τα 1100 σπίτια έμειναν όρθια μόνο τρία, για να εξυπηρετούν τις ανάγκες των Γερμανών. Σε ανθρώπινο δυναμικό 57 οι νεκροί των ημερών του Ολοκαυτώματος. Και μια πόλη που δεν ξανάγινε ποτέ αυτή που ήταν…
Και το ακόμη χειρότερο ίσως, που δεν αναγνωρίστηκε όπως θα έπρεπε η θυσία τους από την Ελληνική Πολιτεία…
Όμως, όπως γράφει μία Σερβιώτισσα, «οι Σερβιώτες στάθηκαν με αξιοπρέπεια στην απρόσμενη συμφορά, έσφιξαν το μαντήλι, ανασκουμπώθηκαν και πίσω απ’ την αρχή. Εργατικοί, τίμιοι, περήφανοι δούλεψαν…»
Στη συνέχεια απηύθυνε χαιρετισμό ο Δήμαρχός μας, τονίζοντας τη σημασία του γεγονότος για τις δύο πόλεις Σέρβια και Σιάτιστα και ότι αποφάσισαν τα δύο Συμβούλια να αδελφοποιήσουν τις δύο πόλεις. Ανέφερε ότι κηρύχθηκε διατηρητέο το κτίριο του Κοινοτικού Καταστήματος, όπου είχαν υψώσει την ελληνική Σημαία, και στην πρόσφατη αναγνώριση της πόλεως ως μαρτυρικής. Αυτό είπε μπορεί να μας οδηγήσει ώστε να έχουμε κάποια αποζημίωση από την Ιταλία, δεδομένου μάλιστα ότι οι πόλεις που καταστράφηκαν από τους Ιταλούς είναι λίγες. Τέλος τόνισε τη σημασία του ολοκαυτώματος στην αποχώρηση από τα Σέρβια του πιο δυναμικού στοιχείου, της αστικής τάξης.

Την εκδήλωση έκλεισε, όπως προαναφέραμε, το χορευτικό και άλλαξε κάπως την όντως βαριά ατμόσφαιρα.